Copyright © Philip M. Parker, INSEAD. Terms of Use.

Greek English Dictionary

Έλληνας - Άγγλος

λεξικό & μετάφραση

Definition - ορισμός

INDEX

---- - Παστερέλλα
Πασάσ - ψυχάδερφοσ
ψυχή - δίαιτα ισορροπίας
δίασ - δοκός-υποστάτης
δοκόσ - δεινοπαθώ
δεινά - δωροληψία
δωρεά - διλλούβιος περίοδος
διά - διηθημένη μπίρα
διηθώ - διώκτησ
διώκω - θλίβομαι
θλίβω - θεόγυμνοσ
θεόσ - ο κόσμος έχει ξεχαρβαλωθεί
οψίνη - ουλάνοσ
ουλή - ομάδες επιβατών
ομάς - οικόσημων
οβίδα - οκτάκλωνο πλεκτό σχοινί
οκτώ - Γερμανός
Γεένα - τολμηρόσ
τολμώ - ταχόμετρο Nτόπλερ με εξερευνητική σάρωση λέιζερ
ταυ - τελώνιο
τεΰνη - τυχερόσ
τυχόν - τροπάρι
τροπή - τριβολοκρατήλα
τριβή - αδικημένος
αδικώ - αλάθητοσ
αλάς - αφορισμόσ
αφορώ - αυτόματη κύλιση
αυτόν - αποχαύνωση
αποχή - αποκόβω
αποκώ - απόφραξις αυλού
απόχη - αμνάδα
αμνάσ - αντλια δύο βαθμίδων
αντλώ - αναζωγονώ
αναζώ - ανακόνδασ
ανά - ανιριδικό σύνδρομο
ανιόν - αικίδιον
αιών - αστάρια
αστήρ - αρτύζω
αρτύω - αργύρωση επαγγελματικής προελεύσεως
αργό - ακρίβεια ρύθμισησ
ακρίσ - λατύπη
λατέξ - λεπτοκάρυδα
λεπτά - λιμένασ
λιμός - Σύντροφοσ
Σένα - άωρα ωοθυλάκια του de Graaf
άποψη - άργιλοσ
άρση - εαυτήν
εαυτό - εφηρμοσμένη βοτανική
εφφέ - εποχούμενος δονητής
εποχή - επιζωστική λεμφαγγειίτις
επιζώ - εμίρησ
εμονή - ενδέχεται να προκαλέσει καθυστέρηση της ανάπτυξης του νεογνού
ενδύω - ενόσ και ημίσεοσ ποδόσ
ενόσω - εξωκκλήσι
εξπέρ - εγγύησις καλής εκτελέσεως
εγγύσ - εργάσιμη μέρα
εύγε - εκσπερμάτισμα
εκσπώ - ζόρικοσ τύποσ
ζώ - ηφαιστειώδησ
ηχο- - φοραστέρο
φορά - φλεγώμενη κόλαση
φλερτ - φωτερός
φωτιά - φέρω κάτω
φέρων - χαμόδεντρα
χαμός - χερσόνησοσ
χηλή - χρωστώ
χύμα - Εβραίοι
Εγίρα - υπάγομαι
υπάγω - υπόκριση
υμήν - ποτισμένη ζώνη
ποτό - πουθενά
πους - παθιάζω
πατέ - παγώνι
πασ - παύλοσ
παύλα - πλατύρρυγχος αλλιγάτορας
πλατώ - πλισέσ
πλέον - πεσκέσι
πεσών - περκίδες
πεύκο - πιο καινούριος
πιοτό - προπέρσι
προπό - προώρωσ ανεπτυγμένοσ
πέτο - πύρινοσ
πέριξ - μού κόστισε ο κούκος αηδόνι
μοίρα - μορφότυπος
μορφώ - μαύρες κηλίδες
μαύρη - μεθακριλικό του μεθυλίου
μεθάω - μεταϊσόρροπος
μετά - μεσκαλίνη
μεσώ - μηνύτορας PROM
μηνύω - μπέρτα
μπύρα - μέθοδοσ
μύθος - νομόγραμμα
νονά - νεραϊδοπάτημα
νερά - ξανακυλώ
ξανά - ιδικόσ σασ
ιδιώς - ιστικός ενεργοποιητής του πλασμινογόνου
ιστός - βούλγαροσ
βορά - βαρύνω περιουσιακό στοιχείο για εξασφάλιση χρεών
βαρύσ - βυθόψαρα
βυθός - βρωμόστομος
βρωμώ - γλαρονάκι
γλαύξ - γειτώνισσα
γεια - γραώδησ
γύλος - στορέας ελικοφόρου άξονα
στοκ - στερκουλίδες
στερώ - στέκομαι κλαρίνο
στέκα - σε κέρδος
σείο - σφηνόκαλον το φαρμακευτικό
σφηνώ - συμβόλαιον
συν - συγύρισμα σπιτιού
συγκρ - συκώτι πουλερικών
σωτίσ - σιταρόψειρα
σιτάρ - σύσπασις του ισχίου
σύσσα - σκόνη κασσιτέρου
σκόνι - ραγάδες θηλής μαστού
ραγάς - ρηχό
ρηχός - έντρομοσ
ένα - έκθεσις οριστικής μελέτης έργου
έκτος - όγκωμα κορμού
όσο - κουφόσ
κουπέ - κοσμικώσ
κοσμώ - καθώς και
καθώσ - κατακόκκινα
κατά - καλλικρείνη
καλά - κανκάν
κανώ - κλίνες
κλίνη - κάτωχροσ
κάτι - κεντρόνι
κεντώ - κυρτά γράμματα
κυρτή - κρουαζιέρα
κρουπ - κέρδοσ
κέρδη - Κορμός
Κούβα - MNT
MO - zosterops senegalensis
ταυ
ταυτίζομαι με το ρόλο
ταυτίζω
ταυτίση
ταυτοτικές κατηγοριοποιήσεις
ταυτολογία
ταυτολογικόσ
ταυτοχρονία
ταυτοχρονισμός
ταυτοχρόνωσ
ταυτοποίηση
ταυτιστής
ταυτόθετος δορυφόρος
ταυτότητα
ταυτότητα των αντιθέτων
ταυτότητα αντικειμένου
ταυτότητα φορέα
ταυτότητα ποικιλίας
ταυτότητα περιοχής θέσης αναζήτησης
ταυτότητα καλούντος
ταυτότητα καλούσας γραμμής
ταυτότητα κυψέλης
ταυτότητες ναυτιλιακής κινητής υπηρεσίας
ταυτότησ
ταυτόχρονο
ταυτόχρονο κώλυμα
ταυτόχρονος
ταυτόχρονοσ
ταυτόχρονα
ταυτόχρονα διαστήματα εμπιστοσύνης
ταυτόχρονα αισθήματα
ταυτόχρονες εργασίες
ταυτόχρονες συνεδριάσεις
ταυτόχρονες σύνοδοι
ταυτόχρονεσ λειτουργίεσ
ταυτόχρονη ανάλυση φάσματος
ταυτόχρονη λήψη περισσότερων παροχών
ταυτόχρονη εκπομπή
ταυτόχρονη χηρεία θέσεων
ταυτόχρονη προβολή δύο εικόνων επί οθόνης
ταυτόχρονη προσγείωση και απογείωση αεροσκαφών
ταυτόχρονη μεταφορά
ταυτόχρονη κύλιση περιεχομένου παραθύρων
ταυτόγχρονη λήψη εικόνων
ταυτόσημοσ
ταυτόσημα πρότυπα
ταυρίδιο
ταυρίνη
ταυρομαχία
ταυρομάχος
ταυρομάχοσ
ταυροβάτραχος
ταυροκαθάψια
ταυροκαρχαρίας
ταυράκι
ταυρότραγος
ταπείνωση
ταπείνωσις πυθμένος
ταπετσαρία
ταπετσαρισμένο σομιέ
ταπετσαρισμένο έπιπλο
ταπετσαρισμένοσ
ταπετσιέρης επιπλώσεων
ταπετσιέρησ
ταπετσέρης κτιρίων
ταπεινοφροσύνη
ταπεινωτικός
ταπεινωτικόσ
ταπεινωμένο χείλος
ταπεινωμένος
ταπεινός
ταπεινότητα
ταπεινότησ
ταπεινόσ
ταπεινών
ταπεινώνομαι
ταπεινώνω
ταπεινώσ
ταπειώνω
ταπιρίδες
ταπιόκα
ταπέτο
ταπέτο μπάνιου
ταπώνω
ταμίας
ταμίας επιχειρήσεως
ταμίασ
ταμίασ τράπεζασ
ταμίασ τράπεζησ
ταμίασ πλοίου
ταμοξιφαίνη
ταμ-ταμ
ταμαρίνδος ο φαρμακευτικός
ταμαρίνος ο λευκόπους
ταμαρίσ
ταμάχιο για μάσημα
ταμάρινθος η οξυφοίνιξ
ταμείο
ταμείο θεάτρου
ταμείο θέατρου
ταμείο ανεργίας
ταμείο ανεργίασ
ταμείο ασφάλισης ασθένειας ναυτικών
ταμείο αρωγήσ
ταμείο εισ χειράσ
ταμείο υπέρ αναπτυσσομένων χωρών
ταμείο προώθησης
ταμείο μισθών
ταμείο συντάξεως
ταμείο συντάξεων
ταμείο συντάξεωσ εργαζόμενων
ταμείο σύνταξης
ταμενόσ
ταμειακή μηχανή
ταμειακή μηχανή χωρίς διάταξη άθροισης
ταμειακή ρευστότητα
ταμειακή κατάσταση
ταμειακό παραστατικό
ταμειακός διαχειριστής
ταμπού
ταμπουρλό
ταμπουράσ
ταμπουρέτ
ταμπονάρισμα
ταμπούρλο
ταμπούρλo
ταμπακοθήκη
ταμπακιέρα
ταμπλάς
ταμπλέττα
ταμπλέτα
ταμπλέτα δεδομένων
ταμπλέτα κρέμας
ταμπλό
ταμπλό διαφημίσεων
ταμπλό αυτοκίνητου
ταμπλώ
ταμπλώ όργανων
ταμπάνι
ταμπάνι στέγης
ταμπάρο
ταμπάκοσ
ταμπεραμέντο
ταμπέλα
ταμπέλα με όνομα
ταμπόν
ταμιευτήρας
ταμιευτήρας δημιουργούμενος από μετωπικά και πλευρικά αναχώματα
ταμιευτήρας δημιουργούμενος με περιμετρικό ανάχωμα
ταμιευτήρας υπερετήσιας βάσης
ταμιευτήρας υπερετήσιας ρύθμισης
ταμιευτήρας στην κορυφή υψώματος
ταμιευτήριο
ταμιευτική πίστωση; πίστωση ταμειακής διευκόλυνσης; ταμειακή πίστωση
ταμένος
τανταλικό
τανταλικό οξύ
ταντάλιο
ταναλια
ταναγγουριά
τανάλια
τανάλια αναρτήσεως
τανάλια με ελατήριο
τανάλιες
τανάκητο
τανυτής
τανυτήρας για ιμάντες
τανυστής
τανυστήρας δακτυλιοφόρου κλώστριας
τανυστήρας ιμάντα αδρακτιών αδελφωτικής και στριπτικής μηχανής με δακτυλίδι
τανυστήρας ιμάντων δακτυλιοφόρου κλώστριας
τανυστική μηχανή με κυλίνδρους
τανυστικόσ λογισμόσ
ταννίνη
ταννίνη των κηκίδων σε νερό
ταννική αλβουμίνη
ταννική ζελατίνη
ταννική καζεΐνη
ταννικό οξύ
ταννικό άλας αργύρου
τανιστής σύρματος
τανιόπλεγμα
τανύων μυσ
τανύων μύσ
τανκς
ταξί
ταξί δημόσιας συγκοινωνίας
ταξίδι
ταξίδι "όλα πληρωμένα"
ταξίδι διά θάλασσησ
ταξίδι διά αέροσ
ταξίδι αναψυχής
ταξίδι αναψυχήσ
ταξίδι με γκρουπ
ταξίδι μετ' επιστροφήσ
ταξίδι μετάβασης
ταξίδι μετάβασησ
ταξίδι στη θάλασσα
ταξίδι κατά τη διάρκεια της ημέρας
ταξίδιο
ταξίδια
ταξίδι-πακέτο
ταξίαρχος
ταξίαρχοσ
ταξίμετρο
ταξονομία
ταξιδάκι
ταξιδευτής καθημερινός
ταξιδευτήσ
ταξιδεύοντες με επίσημη ιδιότητα
ταξιδεύω
ταξιδεύω εκλιπαρών μεταφοράν επί διερχόμενων αυτοκινήτων
ταξιδεύω με θαλαμήγον
ταξιδεύω με αυτοκίνητο
ταξιδεύω με μειωμένη τιμή στο σιδηροδρομικό δίκτυο
ταξιδεύω με βωδάμαξαν
ταξιδεύω βραδέωσ
ταξιδεύω στο χρόνο
ταξιδεύων
ταξιδεύων με εισητήριον διάρκειασ
ταξιδιαρικότσιχλα
ταξιδιωτικό πρακτορείο
ταξιδιωτικό πρόγραμμα ιππασίας
ταξιδιωτικό γραφείο
ταξιδιωτικόσ πράκτορασ
ταξιδιωτικόσ σάκοσ
ταξιδιώτης
ταξιδιώτησ
ταξιδιώτησ διαστήματοσ
ταξιθέτης
ταξιθέτησ θέατρου
ταξιθέτηση
ταξιθέτω έγγραφα σε φάκελουσ
ταξιθέτρια
ταξιτζής
ταξιτζήσ
ταξιανθία μπανανιάς
ταξιαρχία
ταξινομητής
ταξινομητής του Dorr
ταξινομητής ινών
ταξινομητήσ
ταξινομητική δομή
ταξινομητική διάταξη
ταξινομητική αλυσίδα
ταξινομητικό δίκτυο
ταξινομητικό δικτύωμα
ταξινομητικό δέντρο
ταξινομητικός δακτύλιος
ταξινομητόσ
ταξινομημένο δάσος
ταξινομημένο ευρετήριο
ταξινομημένος θησαυρός
ταξινομημένοι δρόμοι
ταξινομημένες πληροφορίες
ταξινομημένη ακολουθία
ταξινομημένη βιβλιοθήκη DNA
ταξινομική δομή της μικροχλωρίδας
ταξινομική ομάδα
ταξινομική αναθεώρηση
ταξινομώ
ταξινομώ αρχεία
ταξινομώ χρονολογικά
ταξινομών
ταξινόμος
ταξινόμοσ
ταξινόμηση
ταξινόμηση Cooke-Ponder
ταξινόμηση δελτίων
ταξινόμηση δηλητηρίων
ταξινόμηση διά της καθίζησης
ταξινόμηση του Denver
ταξινόμηση τουρνουά
ταξινόμηση της χρήσης γης
ταξινόμηση των εμπορευμάτων
ταξινόμηση των προϊόντων κατά δραστηριότητα; συναρτώμενη με τις δραστηριότητες ταξινόμηση των προϊόντων
ταξινόμηση των μορφών μαγνητικού πεδίου
ταξινόμηση των νεφών
ταξινόμηση λογαριασμών
ταξινόμηση εδαφών
ταξινόμηση ελαττωμάτων ή ελαττωματικών
ταξινόμηση επαγγελμάτων
ταξινόμηση εμπορευμάτων
ταξινόμηση με ανοικτές ακραίες κλάσεις
ταξινόμηση με μεγάλο βαθμό ομαδοποίησης
ταξινόμηση νέων οχημάτων
ταξινόμηση σε ομάδες
ταξινόμηση σε όψεις
ταξινόμηση σε κατηγορίες
ταξινόμηση σύμφωνα με τον τρόπο ελέγχου ή κατάταξης
ταξινόμηση ραδιοσυχνοτήτων και μηκών κύματος
ταξινόμηση κατά Dukes
ταξινόμηση κατά αύξουσα αλφαβητική σειρά
ταξινόμηση κατά φθίνουσα αλφαβητική σειρά
ταξινόμηση κατά χρονολογική σειρά
ταξινόμηση κατά μέγεθος
ταξινόμηση κατά Walter Reed
ταξινόμηση Vox
ταξινόμησις
ταξινόμησις του Ogilvie
ταξινόμησις κατά BENNETT
ταξικά όρια
ταξική πάλη
ταξικόσ αγώνασ
ταξικόσ πόλεμοσ
ταινία
ταινία DAS
ταινία ψηφιακής εγγραφής ήχου
ταινία δεδομένων
ταινία ολογραφικών εικόνων
ταινία του χοίρου
ταινία τησ κόμησ
ταινία τριών διαστάσεων
ταινία τρόμου
ταινία ατράκτου κλώστριας
ταινία ατράκτων
ταινία απορροφήσεωσ
ταινία από βακέτα
ταινία από κρουπόν
ταινία ανοίγματος
ταινία αντίστροφου διαφορισμού
ταινία λούσου
ταινία λαναρισμένη
ταινία λινή
ταινία επίκαιρων
ταινία επικαίρων
ταινία ηχογράφησησ
ταινία φορολογίας
ταινία χάραξης
ταινία πολυεστέρα
ταινία πολυμερούς
ταινία που σπάει τα ταμεία
ταινία πανοραμική
ταινία παντελονιών
ταινία περιτύλιξης
ταινία μεταφοράς του ιστού
ταινία μιας χρήσης
ταινία μικρών διαστάσεων
ταινία νεφών
ταινία βίντεο
ταινία για προπαρασκευή
ταινία γραμματοσήμανσης
ταινία συνθετικού πολυμερούς
ταινία σύσφιγξης
ταινία σκούρων παραθύρων
ταινία καταγραφήσ
ταινία κινηματογράφου
ταινία V
ταινίες προπαρασκευής
ταινίες προπαρασκευής και νήματα
ταινίεσ τρόμου
ταινιολειαντήρας' ταινιοτριβείο
ταινιοπομπός
ταινιοπάθεια
ταινιαγωγός
ταινιωτή χύτευση
ταινιωτή υφή
ταινιωτή μόνωση
ταινιωτό περιτύλιγμα
ταιριαστά
ταιριαστός
ταιριαστόσ
ταιριασμένα δείγματα
ταιριάζω
ταιριάζω με
ταιριάζω σε μέγεθο
ταιριάζω σε μέγεθος
ταβάνωμα
ταβάνι
ταβερνιάρησ
ταβέρνα
ταγίτης
ταγάδα
ταγάρι
ταγή
ταγματάρχης
ταγματάρχησ
ταγιαριστής
ταγιαρισμένο γυαλί
ταγιάρισμα
ταγιέρ
ταγιέρ αθλητισμού
ταγγάδα
ταγγιάζω
ταγγισμένο
ταγγισμένος
ταγγό
ταγγός
ταγγόσ
ταγέρ
ταγκίασμα
ταγκό
ταγκός
τασάκι
τασεοϋποδοχεύς
τασιενεργό προϊόν
τασσόμενη προθεσμία
ταρίφα
ταρίφα ορισμένης αποστάσεως
ταρίχευση
ταρίχευση δέρματων ζώων
ταρταρούγα
ταρταρική κετανσερίνη
ταρτάριοσ
ταύτιση
ταρτραζίνη
ταραφυάσ
ταραχοποιόσ
ταραχή
ταραχωδώσ
ταραχές
ταραχώδεσ
ταραχώδης
ταραχώδης ζύμωση
ταραχώδησ
ταραμοσαλάτα
ταραμάς
ταραμάσ
ταραντέλλα
ταραξίας
ταραξίασ
ταραγμένος
ταραγμένοσ
ταραγμένη θάλασσα
ταρακουνώ το σπίτι
ταράττω
ταράτσα
ταράζομαι
ταράζω
ταράντουλα
ταράξακον το φαρμακευτικόν
ταράσω
ταράσσομαι
ταράσσω
ταΐζω
ταρπόνι
ταρπόνια
ταριχευτήσ
ταριχευτήσ δέρματων ζώων
ταριχεύω
ταριχεύω νεκρό
ταΐστρα ζώου
ταρσαίοι ή Μειβομιανοί αδένες των βλεφάρων
ταρσικός
ταρσικόσ
ταρσός
ταρσόνημος της φράουλας
ταρσόσ
ταύρος
ταύρος ταυρομαχίας
ταύρος κρεατοπαραγωγής
ταύροσ
ταρώ
τακούνι
τακούνι διαμορφωμένο με έγχυση
τακούνι επισώτρου
τακούνι ερπύστριας
τακούνι φιάλης
τακούνι πρόσφυσης
τακούνι καμπάνα
τακτοποίηση
τακτοποίηση του δικογράφου της προσφυγής
τακτοποίηση γαλαρίας
τακτοποιούμαι
τακτοποιητέα στοιχεία
τακτοποιημένοσ
τακτοποιώ
τακτοποιών
τακτισμός
τακτικά
τακτικά δρομολόγια με πούλμαν
τακτικά ένδικα μέσα και άλλα μέσα προσφυγής
τακτικά και απαραίτητα έξοδα
τακτικά και αναπληρωματικά μέλη
τακτική
τακτική διαδικασία
τακτική αεροπορία
τακτική υποστήριξη
τακτική πτήση
τακτική συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου
τακτική ρουτίνα
τακτική κάθοδος με όργανα
τακτική κρούσεωσ
τακτικές τιμές
τακτικές γραμμές
τακτικό ταχυδρομείο
τακτικό αποθεματικό
τακτικό ένδικο μέ